ΕΛΕΝΑ ΦΟΥΝΤΖΗΛΑ, MD, PhD
ΠΑΘΟΛΟΓΟΣ ΟΓΚΟΛΟΓΟΣ
ΠΑΘΟΛΟΓΟΣ ΟΓΚΟΛΟΓΟΣ
Τα αποτελέσματα της μελέτης συνοψίζει η Έλενα Φούντζηλα, MD, PhD
Πρόσφατα δεδομένα που δημοσιεύτηκαν από την Συνεργαζόμενη ομάδα κλινικών δοκιμών για τον πρώιμο καρκίνου του μαστού (Early Breast Cancer Trialists’ Collaborative Group, EBCTCG) και αφορούν πάνω από 650,000 γυναίκες με πρώιμο καρκίνο του μαστού, δείχνουν μακροπρόθεσμη μείωση του κινδύνου υποτροπής σε μεταστατική νόσο, για τις γυναίκες που διαγνώστηκαν από το 2000 και έπειτα.
Η μελέτη έδειξε ότι οι γυναίκες που διαγνώστηκαν τη δεκαετία του 2000 παρουσίασαν χαμηλότερο κίνδυνο υποτροπής σε σχέση με εκείνες που διαγνώστηκαν τη δεκαετία του 1990. Αυτή η μείωση των ποσοστών υποτροπής αποδίδεται αφενός στην ύπαρξη αποτελεσματικότερων θεραπειών και αφετέρου στην ένταξη περισσότερων γυναικών με νόσο χαμηλότερου κινδύνου σε κλινικές δοκιμές.
Φαίνεται ότι ενώ ο κίνδυνος υποτροπής στην περίπτωση καρκίνου αρνητικού για οιστρογονικούς υποδοχείς (ER) είναι υψηλότερος τα πρώτα πέντε χρόνια, ο κίνδυνος υποτροπής στις περιπτώσεις με θετικούς οιστρογονικούς υποδοχείς παραμένει σταθερός και μετά από πέντε χρόνια, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για συνεχιζόμενη παρακολούθηση των ασθενών αυτών. Αυτή η τάση επιβεβαιώθηκε και από άλλες μελέτες, όπως από τα δεδομένα της Ομάδας Καρκίνου του Μαστού της Δανίας, όπου διαπιστώθηκε ότι ο κίνδυνος επανεμφάνισης παραμένει για δεκαετίες μετά τη διάγνωση.
Η βελτίωση στο προσδόκιμο ζωής για ασθενείς με καρκίνο του μαστού οφείλεται σε ένα συνδυασμό παραγόντων, όπως στην καλύτερη σταδιοποίηση της νόσου, την ύπαρξη πιο ισχυρών δεικτών χαρακτηρισμού του όγκου άλλα και τις σημαντικές εξελίξεις στα διαθέσιμα θεραπευτικά σχήματα. Για παράδειγμα, η χρήση αναστολέων αρωματάσης για ασθενείς με θετικούς οιστρογονικούς υποδοχείς και τραστουζουμάμπης σε ασθενείς με υπερέκφραση της πρωτεΐνης HER2 έχει βελτιώσει σημαντικά τα ποσοστά επιβίωσης.
Παρά την αύξηση στην επιβίωση, ορισμένες ασθενείς, ιδιαίτερα εκείνες με θετικούς οιστρογονικούς υποδοχείς και διήθηση πολλαπλών λεμφαδένων, εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικό κίνδυνο υποτροπής, ακόμη και μετά από πέντε χρόνια θεραπείας. Τα ευρήματα της μελέτης υποδεικνύουν ότι θα πρέπει να χρησιμοποιούνται επικαιροποιημένες οδηγίες εκτίμησης κινδύνου για να καθοδηγήσουν τις αποφάσεις θεραπείας, ειδικά όσον αφορά τα οφέλη της παρατεταμένης ορμονοθεραπείας.
Τέλος, εκτός από τα θετικά αυτά αποτελέσματα, οι ερευνητές τόνισαν ότι οι ανισότητες στην πρόσβαση στις σύγχρονες θεραπείες και στις μεθόδους προσυμπτωματικού ελέγχου παραμένουν πρόκληση, και πρέπει να αντιμετωπιστούν ώστε τα οφέλη που παρατηρούνται στις κλινικές δοκιμές να μεταφραστούν σε πραγματική βελτίωση επιβίωσης για όλες τις ασθενείς.